- ισοτόνως
- ἰσοτόνωςἰσότονοςpulling evenly: adverbialἰσότονοςpulling evenly: masc /fem acc pl (doric )
Morphologia Graeca. 2013.
Morphologia Graeca. 2013.
ἰσοτόνως — ἰσότονος pulling evenly adverbial ἰσότονος pulling evenly masc/fem acc pl (doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ισότονος — η, ο (Α ἰσότονος, ον) αυτός που έχει τον ίδιο τόνο, δηλ. την ίδια ένταση με κάποιον άλλο νεοελλ. 1. όρος τής χημείας που χαρακτηρίζει διαλύματα τα οποία παρουσιάζουν την ίδια ωσμωτική πίεση 2. φυσ. (για ατομικούς πυρήνες ή νουκλίδια) αυτός που… … Dictionary of Greek